Οκτωβρίου 2007


Τα πείραμα του Asch (1946) εισάγει στην κοινωνική ψυχολογία την έρευνα πάνω στην αντίληψη προσώπων και ομάδων (διαβάστε για το πείραμα του Asch στο βιβλίο Κοινωνική Ψυχολογία τόμος α’ του Δ. Γεώργα, σσ.197-199). Σκοπός του πειράματος του Asch ήταν να μελετήσει πως η αλλαγή ενός στοιχείου της προσωπικότητας μπορεί να αλλάξει τη συνολική εντύπωση για ένα άτομο. Στο πείραμά του δόθηκε σε ομάδα φοιτητών μια σειρά από πιθανά χαρακτηριστικά προσωπικότητας π.χ. γενναιόδωρος, σοφός, ευτυχισμένος, αξιόπιστος, σημαντικός, σοβαρός, θερμός κτλ. Ζητήθηκε από τους φοιτητές, αφού διαβάσουν τη λίστα των χαρακτηριστικών, να γράψουν μια έκθεση για κάποιο φανταστικό πρόσωπο που έχει αυτά τα χαρακτηριστικά. Έπειτα, ζητήθηκε από τους φοιτητές να συμπληρώσουν στη λίστα των χαρακτηριστικών πρόσθετα γνωρίσματα προσωπικότητας που θεωρούσαν πως ταίριαζαν στο πρόσωπο που περιέγραψαν στις εκθέσεις τους. Από μια άλλη ομάδα φοιτητών ζητήθηκε το ίδιο με τη διαφορά πως το επίθετο θερμός αντικαταστάθηκε από το επίθετο ψυχρός. Μόνο αυτή η διαφορά προκάλεσε τελείως διαφορετικές περιγραφές προσωπικοτήτων. Για παράδειγμα, κάποιος από την ομάδα που χρησιμοποιήθηκε η λέξη θερμός περιέγραψε έναν επιστήμονα που είχε ως στόχο των ερευνών του να βοηθήσει την ανθρωπότητα ενώ μια αντίστοιχη περιγραφή της ομάδας που χρησιμοποιήθηκε η λέξη ψυχρός, ήταν κάποιου αντιπαθητικού που εκμεταλλεύεται και περιφρονεί τους άλλους. Διαφορετικά ήταν και τα γνωρίσματα που προστέθηκαν στην αρχική λίστα. Ο Asch συμπέρανε πως οι λέξεις θερμός-ψυχρός αποτελούν θεμελιώδη γνωρίσματα της προσωπικότητας έτσι που επηρεάζουν την αξιολόγησή μας για το πρόσωπο αυτό και να αλλάζουν το νόημα των άλλων χαρακτηριστικών που αποδίδονται σε αυτό το πρόσωπο.

Asch, S.E. (1946) Forming impressions of personality. Journal of Abnormal Psychology, 41, 1230-1240

Δύο είναι οι βασικοί άξονες τους μαθήματος. Ο ένας παρουσιάζει κοινωνιολογικές προσεγγίσεις της οικογένειας. Οι κλασικοί κοινωνιολογικοί ορισμοί παρουσιάζουν την οικογένεια ως μια κοινωνική ομάδα που περιλαμβάνει ενήλικους των δύο φύλων που έχουν μια κοινά αποδεκτή σεξουαλική σχέση κι ένα ή περισσότερα παιδιά (Murdoch, 1968; Parsons, 1959, 1977). Συνήθως όταν μιλάμε για την οικογένεια τείνουμε να σκεφτόμαστε την συμβατική οικογένεια ενώ τα εγχειρίδια ψυχολογίας και κοινωνιολογίας έχουν σαν δεδομένο αυτόν τον τύπο οικογένειας. Άλλες μορφές συμβίωσης τείνουν να θεωρούνται αποκλίσεις από το πρότυπο και συχνά ενοχοποιούνται για σειρά μη κοινωνικά αποδεκτών συμπεριφορών ή προβλημάτων. Η ιστορική ανάλυση της οικογένειας και των μορφών κοινωνικής συμβίωσης αναδεικνύει πως κάθε άλλο παρά διαχρονικός είναι ο τύπος της συμβατικής οικογένειας. Αποδεικνύεται πως η μορφή της κοινωνικής συμβίωσης και τα χαρακτηριστικά που αυτή παίρνει σχετίζονται με τον τρόπο παραγωγής μιας κοινωνίας. Για παράδειγμα, όταν στην προβιομηχανική εποχή η οικογένεια αποτελούσε βασική παραγωγική μονάδα, η εκτεταμένη οικογένεια που αποτελούνταν από δίκτυο συγγενών αποτελούσε την κυρίαρχη μορφή συμβίωσης. Στη βιομηχανική εποχή, η καθιέρωση της μισθωτής εργασίας ευνοεί την ανάπτυξη της ολιγομελούς πυρηνικής οικογένειας. Τα βασικά χαρακτηριστικά τα σύγχρονης οικογένειας είναι η εξάρτησή της από το κράτος (νομοθεσία, Κράτος Πρόνοιας), η ανεξαρτητοποίησή της από το δίκτυο των συγγενών και των γειτόνων και η ανεξαρτητοποίηση των μελών της οικογένειας από την ίδια την οικογένεια. Η σχέση της οικογένειας και του Κράτους Πρόνοιας είναι ιδιαίτερα σημαντική και η ελληνική περίπτωση παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον.

Ο άλλος άξονας αποτελεί την ψυχολογική προσέγγιση της οικογένειας. Ενώ η κοινωνιολογία μελετά την οικογένεια σαν δομή η ψυχολογία μελετά πως διαμορφώνονται οι σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας. Ένα σημαντικό κομμάτι σε αυτή την ανάλυση αποτελούν τα χαρακτηριστικά των μελών που αποτελούν μια οικογένεια ως προς το ρόλο τους (μητέρα, πατέρας, παιδιά) αλλά και ως προς την ηλικία και το φύλο τους. Τα στερεότυπα για τα δύο φύλα και πως αυτά αλλάζουν διαχρονικά ανάλογα με το πώς εξελίσσεται η κοινωνία (γυναικεία εργασία, σημασία της εκπαίδευσης, οικονομικές συνθήκες). Σημαντικό ρόλο παίζουν τα κινήματα που αναπτύσσονται (π.χ. φεμινισμός). Ένα άλλο κομμάτι που αφορά την ψυχολογία της οικογένειας είναι αυτό της αντίληψης της οικογένειας από τα ίδια τα μέλη της. Αυτό εξετάζει πως τα μέλη της οικογένειας χαράσσουν τα όριά τους μέσα στην οικογένεια αλλά και πως οριοθετούνται με τους χώρους εκτός οικογένειας. Σύμφωνα με τη συστημική θεωρία, μπορεί να κατηγοριοποιήσει κανείς μια οικογένεια σε διαφορετικούς τύπους ανάλογα με το είδος των ορίων που παρατηρεί. Κάθε είδος ορίων συνδυάζεται με διαφοροποιήσεις στις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας αλλά και στη σχέση της οικογένειας με το εξωτερικό περιβάλλον.

Θεωρία

Πως διαμορφώνεται η αντίληψη των προσώπων; Στερεότυπα: από το πείραμα του Asch στις αναλύσεις των Glick και Fiske για τη διπλή φύση των στερεοτύπων. Ο κεντρικός ρόλος των επιθέτων «θερμός» και «ψυχρός» στην στερεοτυπική αντίληψη προσώπων.

Μεθοδολογία

Η ενότητα της μεθοδολογίας πρέπει να περιλαμβάνει τα εξής:

Στόχος της έρευνας

Σχεδιασμός και υλικά (πείραμα, τέσσερις συνθήκες, περιγραφή ερωτηματολογίου)

Δείγμα (περιγραφή)

Συλλογή δεδομένων (ο χώρος που πραγματοποιήθηκε η έρευνα, πως έγινε η διανομή και συγκέντρωση των ερωτηματολογίων)

Περιορισμοί της έρευνας (φύλο συμμετεχόντων, δημογραφικά στοιχεία)

Ανάλυση αποτελεσμάτων

Είδος επαγγέλματος ανά φύλο και ανά συνθήκη

Ηλικία ανά φύλο και ανά συνθήκη

Οικογενειακή κατάσταση ανά φύλο και ανά συνθήκη

Προσωπική επιτυχία ανά φύλο και ανά συνθήκη

Περιγραφή αποτελεσμάτων

Συζήτηση και συμπεράσματα

Συζήτηση σε σχέση με τις θεωρίες για την αντίληψη προσώπων που παρουσιάζονται στην εισαγωγή. Υπάρχουν διαφορές σε σχέση με το φύλο; Υπάρχουν διαφορές σε σχέση με το φύλο και το είδος της συνθήκης. Τι μας λένε τα αποτελέσματα σε σχέση με τις στερεότυπες αντιλήψεις για τα δύο φύλα;

Το παιδί αποτελεί τον κεντρικό πυλώνα πάνω στον οποίο στηρίζεται το οικοδόμημα του γάμου και της οικογένειας. Παρόλα αυτά αυτό δεν ήταν πάντα ο κανόνας. Σε προηγούμενες εποχές η οικογένεια ήταν αξία καθαυτή ενώ σήμερα η έμφαση δίνεται στις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη και κυρίως στις σχέσεις με το παιδί.

Η εργασία θα παρουσιάζει διαφορετικά μοντέλα για την αντίληψη του παιδιού και της παιδικής ηλικίας στην οικογένεια. Την παιδοκεντρικότητα της σύγχρονης οικογένειας. Τους λόγους επικράτησης αυτού του μοντέλου και τις συνέπειες στις σχέσεις μέσα στην οικογένεια αλλά και στην οικογένεια ως κοινωνική δομή. Μορφές βίας κατά των παιδιών.

Βιβλιογραφία

Τεπέρογλου, Α. 1995. «Παιδοκεντρικότητα και οι επιπτώσεις της για την ελληνική οικογένεια» στο Υγεία, Κοινωνική Προστασία και Οικογένεια, Γ. Κυριόπουλος κ.άλ. (επιμ.). Αθήνα: Κέντρο Κοινωνικών Επιστημών της Υγείας, σελ.51-66.

Τσιγκάνου, Ιω. 2002. «Αποκλεισμοί και εντάξεις στο πλαίσιο της οικογένειας: η ελληνική εμπειρία» στο Οικογένειες και Κράτος Πρόνοιας στην Ευρώπη, Λ. Μαράτου-Αλιπραντή. Αθήνα Gutenberg, σελ. 197-210

Κατάκη, Χ. 1998 «Αλληλοσυγκρουόμενα πρότυπα» στο Οι τρεις Ταυτότητες της Ελληνική Οικογένειας, Χ. Κατάκη, Ελληνικά Γράμματα, σελ. 61-87

Κατάκη, Χ. 1998 «Η θέση του παιδιού και τα τρία πρότυπα ζωής» στο Οι τρεις Ταυτότητες της Ελληνική Οικογένειας, Χ. Κατάκη, Ελληνικά Γράμματα, σελ. 89-119

Ιστορική αναδρομή του ρόλου των γονιών στην αγωγή των παιδιών από την προϊστορική εποχή ως σήμερα.

Η ενδοοικογενειακή κακοποίηση γυναικών και παιδιών είναι μια από τις σοβαρές καταπατήσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς διαπράττεται, όχι από ξένους αλλά συνήθως από μέλη της οικογένειας, ανθρώπους εμπιστοσύνης. Είναι εξαπλωμένη σε όλο τον κόσμο έχοντας επιπτώσεις στη σωματική και συναισθηματική υγεία των γυναικών, απειλώντας την οικονομική τους ασφάλεια και στις χειρότερες περιπτώσεις αποτελεί απειλή για τη ζωή, όταν γυναίκες δολοφονούνται ή αυτοκτονούν από απελπισία.

Η βία κατά των γυναικών είναι ένα καθημερινό φαινόμενο που όμως παραμένει από τα πιο καλά φυλαγμένα μυστικά. Η ανοχή της βίας και της κακοποίησης από τις τοπικές κοινωνίες καθώς και η ντροπή και οι ενοχές των θυμάτων εμποδίζουν τις γυναίκες-θύματα βίας να αναζητήσουν βοήθεια. Ακόμη όμως και στο ποσοστό που κάποιες από αυτές τολμούν να κοινοποιήσουν το πρόβλημά τους, βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα περιορισμένο δίκτυο κοινωνικών υπηρεσιών, φορέων και ειδικών επαγγελματιών αλλά και με ένα μεροληπτικό – τις πιο πολλές φορές – σύνολο κοινωνικών αντιλήψεων και στερεοτύπων που κάθε άλλο παρά βοηθητικά είναι απέναντι στο πρόβλημα.

Η εργασία πρέπει να απαντά στις ακόλουθες ερωτήσεις: Ποιες είναι οι μορφές που παίρνει η βία κατά των γυναικών; Γιατί είναι σημαντικό να μιλάμε για τη βία κατά των γυναικών μέσα την οικογένεια; Τι ερμηνείες έχουν δοθεί σχετικά; Τι στοιχεία υπάρχουν για την Ελλάδα; Υπάρχουν κάποιες ιδιαίτερες συνθήκες που αφορούν την Ελλάδα; Τι νομοθετικές ρυθμίσεις υπάρχουν; Είναι επαρκείς; Τι άλλα μέτρα πρέπει να ληφθούν; Αναφορά σε παραδείγματα.

Βιβλιογραφία

Πανελλαδική επιδημιολογική έρευνα για την ενδο-οικογενειακή βία κατά των γυναικών από το ΚΕΘΙ. Επιστ. Υπεύθυνοι: Β. Αρτινοπούλου και Ιακ. Φαρσεδάκης.

Τσιγκρής, Α.: «Βιασμός: Το Αθέατο Έγκλημα», Εκδόσεις Σάκκουλα, 1996

Κ. Παπαρρήγα Κωσταβάρα Η βία κατά των γυναικών-γενική θεώρηση του προβλήματος, στη σελίδα της Παγκόσμιας Πορείας Γυναικών

Ποια είναι η μορφή της σύγχρονης οικογένειας στην Ελλάδα; Παρουσίαση των ευρημάτων της έρευνας της Συμεωνίδου για λογαριασμό του Ελληνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών που δημοσιεύτηκε το 2002.

Συζήτηση των ευρημάτων σε σχέση με τους λόγους που διαμορφώνουν τη συγκεκριμένη μορφή της οικογένειας και τις συνέπειες που έχει αυτό στις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας. Πως διαμορφώνονται οι ρόλοι των δύο φύλων; Ποια σχέση αναπτύσσεται ανάμεσα σους γονείς και τα παιδιά;

Πως βάζουμε στην κουβέντα το ζήτημα της κοινωνικής πολιτικής; Ποια είναι η σχέση οικογένειας και κράτους πρόνοιας; Πως διαμορφώνεται η σχέση αυτή στην Ελλάδα; Πως επηρεάζει τις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας.

Βιβλιογραφία

Μαράτου-Αλιπραντή, Λ. (2002) Οικογένειες και Κράτος Πρόνοιας στην Ευρώπη. Gutenberg

Σειρά μελετών πάνω στο κράτος πρόνοιας και η οικογένεια που έχουν διεξαχθεί στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στις χώρες του Νότου (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιταλία, Ισπανία). Παρουσιάζεται η σχέση του κράτους πρόνοιας και της οικογένειας με ενδιαφέροντα στοιχεία για την Ελλάδα και τις παραδοσιακές αντιλήψεις για τους ρόλους των δύο φύλων.

Συμεωνίδου, Χ. (2006) Οικογένεια και γονιμότητα στην Ελλάδα. Σάκκουλα

Έρευνα που πραγματοποιήθηκε από το Ελληνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών το 2002 και αφορά το ζήτημα της γονιμότητας της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Παρουσιάζονται ποσοτικά δεδομένα σχετικά με τη γαμηλιότητα του πληθυσμού, τις μορφές συμβίωσης, την κατάσταση των οικογενειακών δεσμών, το διαζύγιο, τις αντιλήψεις για το γάμο και πως επηρεάζονται από το φύλο, την εκπαίδευση, το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο του πληθυσμού.

Το θεατρικό έργο του Στρίντμπεργκ «ο πατέρας» κινείται γύρω από τη διαμάχη ανάμεσα σε έναν άνδρα και μια γυναίκα για το παιδί τους. Στο έργο θίγονται οι σχέσεις ανάμεσα στα δύο φύλα, οι σχέσεις μέσα στην οικογένεια, το παιδί και η θέση του μέσα στην οικογένεια. Το έργο προσφέρει μια καλή ευκαιρία για τη μελέτη των στερεοτύπων των δύο φύλων, τους ρόλους τους μέσα στην οικογένεια και τη θέση του παιδιού μέσα σε αυτή.

Σημεία που μπορούν να συζητηθούν:

  • Ο Στρίντμπεργκ και η εποχή του (συζήτηση πάνω στις αντιλήψεις της εποχής για τα δύο φύλα, την οικογένεια, την παιδική ηλικία)
  • Τα χαρακτηριστικά των δύο γονέων
  • Αριθμός χαρακτήρων στο έργο (γυναίκες και άνδρες)
  • Τα χαρακτηριστικά των άλλων χαρακτήρων στο έργο (γυναίκες και άνδρες)
  • Οι σκέψεις πάνω στην εκπαίδευση της κόρης
  • Παρουσίαση της γυναίκας/μητέρας στο έργο
  • Παρουσίαση του άνδρα/πατέρα στο έργο
  • Σκέψεις πάνω σε σύγχρονα ζητήματα που αφορούν την οικογένεια

Βιβλιογραφία

Α. Στρίντμπεργκ «Ο Πατέρας», εκδοτικός οίκος ΔΩΔΩΝΗ, σελίδες 76.

Μία ανάλυση του έργου εδώ.

Ένα δοκίμιο πάνω στις γυναίκες και τον Στρίντμπεργκ εδώ.

Αναγνωστοπούλου, Δ. (1995) Κοινωνικές αναπαραστάσεις για την οικογένεια στα βιβλία “Η γλώσσα μου”, Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης, 34-35, σσ. 63-8.

Βασιλού – Παπαγεωργίου, Β. (1994) Το γυναικείο φύλο στο διδακτικό επάγγελμα. Η ελληνική περίπτωση: Διαπιστώσεις, συγκρίσεις, προοπτικές, Τα εκπαιδευτικά, 33, σσ. 52-62.

Βερβενιώτη, Τ. (1994) Η αυξημένη παρουσία των γυναικών εκπαιδευτικών στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης, 27, σσ. 44-45.

Γεωργίου-Νίλσεν, Μ. (1984) Η εικόνα της οικογένειας στα παραμύθια των αδελφών Γκριμ, Διαβάζω, 108, σσ. 68-77.

Δεληγιάννη-Κουιμτζή, Β. (1987) Τα στερεότυπα για τους ρόλους των δύο φύλων στα εγχειρίδια του δημοτικού σχολείου “Η Γλώσσα μου”, Φιλόλογος, 49, σσ. 229-48.

Επισκοποπούλου, Κ. (1997) Οικογένεια-σχολείο και ανδρική ταυτότητα: Ή πώς το “αγοράκι” γίνεται “άνδρας”, Σύγχρονη Εκπαίδευση, 94, σσ. 57-65.

Ζιώγου-Καραστεργίου, Σ./ Δεληγιάννη-Κουιμτζή, Β. (1981) Το στερεότυπο για τους ρόλους των φύλων στα αναγνωστικά του δημοτικού σχολείου, Φιλόλογος, 23, σσ. 282-295.

Κανταρτζή, Ε. (1992) Το παραπρόγραμμα και τα στερεότυπα που επιβάλλει στους ρόλους των δύο φύλων, Νεοελληνική Παιδεία, 24, σσ. 107-114.

Κανταρτζή, Ε. (1996) Αγόρια και κορίτσια στο σχολείο: Οι στάσεις και οι αντιλήψεις των εκπαιδευτικών για το ρόλο των δύο φύλων, Σύγχρονη Εκπαίδευση, 88, σσ. 39-48.

Λαμπροπούλου, Β./ Γεωργουλέα, Μ. (1989) Οι ρόλοι των φύλων μέσα από την εκπαίδευση, Σύγχρονη Εκπαίδευση, 46, σσ. 58-69.

Λαπαθιώτη, Ε. (1991) Συνδικαλιστικές πρακτικές και γυναίκα εκπαιδευτικός, Εκπαιδευτική Κοινότητα, 14, σσ. 20-2.

Λούβρου, Ε. (1994) Το σεξιστικό προφίλ των αναγνωστικών “Η Γλώσσα μου” του δημοτικού σχολείου: Γλωσσική ανάλυση, Γλώσσα, 32, σσ. 45-61.

Μακρυνιώτη, Δ. (1980) Σχολική εκπαίδευση και στερεότυπες διακρίσεις ανάμεσα στα δύο φύλα, Ο Αγώνας της Γυναίκας, 6, σσ. 2-9.

Ματσαγγούρας, Η. (1983) Η επίδραση των (Ελληνικών) Μαθηματικών στην επίδοση των μαθητριών στα Μαθηματικά, Νέα Παιδεία, 22, σσ. 81-5.

Νατσιοπούλου, Τ./ Γιαννουλά, Σ. (1996) Διερεύνηση στερεοτύπων σχετικά με το φύλο, Σύγχρονη Εκπαίδευση, 89, σσ. 67-72.

Πολίτης, Φ. (1994) Για μία αποδόμηση της αντιπαιδαγωγικής διάκρισης των δύο φύλων: Η περίπτωση μελέτης του γλωσσικού σεξισμού στα βιβλία του δημοτικού σχολείου “Η Γλώσσα μου”, Νέα Παιδεία, 71, σσ. 135-48.

Σαββίδου, Τ. (1996) Οι αντιλήψεις των εκπαιδευτικών αναφορικά με τη διαφοροποίηση των φύλων, Σύγχρονη Εκπαίδευση, 86, σσ. 35-46.

Σιδηροπούλου-Δημακάκου, Δ. (1994) Ισότητα των δύο φύλων. Θεωρία και πράξη στον Επαγγελματικό Προσανατολισμό, Νέα Παιδεία, σσ. 118-134.

Σπυροπούλου, Ζ. (1996) Ο ρόλος του δασκάλου και η συμβολή του στην αντιμετώπιση του προβλήματος των διακρίσεων των φύλων, Το σχολείο και το σπίτι, 4, σσ. 219-223.

Σταυρίδου, Ε. / Σολομωνίδου, Χ. / Σαχινίδου, Ν. (1999) Συγκλίσεις και αποκλίσεις στις απόψεις ανδρών και γυναικών εκπαιδευτικών για τη διδασκαλία και μάθηση των φυσικών επιστημών στο δημοτικό σχολείο, Παιδαγωγική Επιθεώρηση, 29, σσ. 169-90.

Φλουρής, Γ. / Μασσιάλας, Β. (1988) Στερεότυπες αντιλήψεις των μαθητών της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης για τα δύο φύλα, τους κοινωνικοεπαγγελματικούς και εκπαιδευτικούς ρόλους, Νεοελληνική Παιδεία, 12, σσ. 99-116.

Φουσέκα, Μ. (1994) Η γυναίκα εκπαιδευτικός και η θέση της στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, Εκπαιδευτική Κοινότητα, 25, σσ. 16-17.

Φραγκουδάκη, Α. (1987) Γλώσσα λανθάνουσα; Δίνη, 2, σσ. 27-8.

Φραγκουδάκη, Α. (1988) Γλώσσα λανθάνουσα 2-Η θυγάτηρ της Εύας και το επικρατέστερο γένος, Δίνη, 3, σσ. 82-5.

Φραγκουδάκη, Α. (1989) Γλώσσα λανθάνουσα 3-Ή γιατί δεν υπάρχουν βουλεύτριες παρά μόνο χορεύτριες, Δίνη, 4, σσ.42-4.

Φρειδερίκου, Α. (1995-1996) “Ανεξάρτητα από φύλο και καταγωγή”: Η ισότητα των φύλων στα γλωσσικά εγχειρίδια του δημοτικού σχολείου, Δίνη, 8, σσ.180-90.

Κοινός τόπος στην μελέτη των έμφυλων σχέσεων που αναπτύσσονται και καλλιεργούνται στην ελληνική πρωτοβάθμια εκπαίδευση είναι ότι η τελευταία εξακολουθεί να είναι δέσμια μίας ιδεολογίας η οποία και αναπαράγει στερεότυπες ταυτότητες θηλυκότητας και ανδρισμού αλλά και τις αξιολογεί σύμφωνα με παραδοσιακά ιεραρχικά κριτήρια (Δεληγιάννη & Ζιώγου 1993, Μαραγκουδάκη 1993, Φρειδερίκου & Φολερού 2004). Επιπλέον, εάν σκύψουμε προσεχτικά πάνω στα σύγχρονα σχολικά εγχειρίδια και στο ευρύτερο αναγνωστικό υλικό που χρησιμοποιείται στο νηπιαγωγείο, θα διαπιστώσουμε αφενός την πρόθεση των σχεδιαστών αυτού του υλικού να υπερβούν τα κατάλοιπα των πατριαρχικών στερεότυπων που αφορούν σε έμφυλες ταυτότητες και συναρτώμενους κοινωνικούς ρόλους και να στηρίξουν την ιδέα της ισότητας μεταξύ των δύο φύλων. Αφετέρου, όμως, θα διαπιστώσουμε ότι παρά τις όποιες προθέσεις , οι απεικονίσεις των φύλων, όπως αυτές διαγράφονται στο εκπαιδευτικό υλικό της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, δεν έχουν απεγκλωβιστεί σε ικανοποιητικό βαθμό από τα έμφυλα στερεότυπα (Δεληγιάννη – Κουιμτζή 1987, Μαραγκουδάκη 1993, Νιλσεν 1980, Φρειδερίκου 1995 ).

Το ζήτημα που τίθεται, και στα πλαίσια του οποίου εντάσσεται η παρούσα ανάλυση, είναι αν και η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία η οποία απευθύνεται σε παιδιά νηπιακής και πρωτο-σχολικής ηλικίας εξακολουθεί να είναι ουραγός σε μία τέτοια στερεότυπη ταυτοποίηση.

Άρθρο της Αναστασίας Οικονομίδου, Λέκτορα στην Παιδική Ψυχολογία στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Διαβάστε εδώ τη συνέχεια.

Στα κλασικά παραμύθια, όπως η Κοκκινοσκουφίτσα, Ο Πέτρος και ο λύκος, Τα επτά κατσικάκια και Τα τρία γουρουνάκια, ο λύκος συνδέεται πάντα με απαγόρευση («μην ξεστρατίσεις από τον δρόμο σου»), με απειλή («αν ανοίξετε την πόρτα…») και τελικά με κίνδυνο («ο λύκος παραμονεύει…»). Αυτά τα παραμύθια ήταν χρηστικά: προειδοποιούσαν έμμεσα τον ακροατή-αναγνώστη για το κακό. Για να γίνουν πειστικότερα οι απειλές που περιέγραφαν ζωντάνευαν και έπαιρναν τη μορφή ανησυχητικά άγριων προσώπων δράκων, τεράτων, γιγάντων, μαγισσών κ.ά. Στα νεότερα παραμύθια, τα οποία έχουν συνήθως περιεχόμενο χιουμοριστικό, οικολογικό ή συνδυάζουν και τα δύο, οι λύκοι δεν είναι πλέον τόσο άγριοι. Είναι λοιπόν ενδιαφέρον να δούμε πώς ένα τόσο τετριμμένο θέμα όπως ο λύκος των παραμυθιών αντέχει όχι μόνο στον χρόνο αλλά και σε νέες επεξεργασίες.

Σήμερα οι συγγραφείς μεταμορφώνουν κλασικούς ήρωες, όπως ο λύκος, και τους προσαρμόζουν στις αντιλήψεις της εποχής μας για να προβάλουν σύγχρονες ιδέες, ανατρέποντας την παλιά εικόνα. Από τα πάμπολλα βιβλία με λύκους που κυκλοφορούν ξεχωρίζουμε ενδεικτικά Τα τρία λυκάκια (Μίνωας) του Ευγένιου Τριβιζά, όπου τα λυκόπουλα είναι ανυπεράσπιστα μπροστά στο στερεότυπα αγαθιάρικο γουρούνι, το Ενας καλλιεργημένος λύκος (Ζεβρόδειλος) του Πασκάλ Μπιέ, που αναφέρεται στην απομόνωση που νιώθει ο διαφορετικός και στις προσπάθειες που κάνει για να ενσωματωθεί στην ομάδα, το παραμύθι της Λήδας Βαρβαρούση Ενας πολύ γλυκός λύκος (Ελληνικά Γράμματα), που τον δείχνει να ενδιαφέρεται για τη σωστή διατροφή, και το Ο λύκος μου (Κέδρος) του Πιερ Μοκά, όπου ο λύκος διατηρεί τον απειλητικό του χαρακτήρα αλλά στη φαντασία του ήρωα λειτουργεί ως φόβητρο για κάποιους ενοχλητικούς.

Ο αρχετυπικός λύκος των παιδικών παραμυθιών όπως τον είδε η Δέσποινα Καραπάνου

Στο δεύτερο παιδικό βιβλίο της η Μάιρα Παπαθανασοπούλου παίζει επίσης με την ανατροπή. Χειρίζεται έξυπνα ένα από τα στερεότυπα των παραμυθιών με λύκους: την αγάπη και την εξοικείωση των παιδιών με αυτό το θεωρητικά τρομακτικό ζώο. Στο Εχω ράμματα για τη γούνα σου παίρνουν μέρος όλοι οι λύκοι των γνωστών παραμυθιών που συντροφεύουν κάθε βράδυ τα παιδιά προτού κοιμηθούν. Τι θα συνέβαινε όμως αν οι λύκοι χάνονταν επειδή δεν αντέχουν άλλο να υποφέρουν; Θα χάνονταν μαζί τους και τα παραμύθια! Ετσι οι λύκοι έρχονται και ξανάρχονται, παρ’ όλα όσα τους συμβαίνουν. Πίσω από την επανεμφάνισή τους κρύβεται ο γιατρός-λυκολόγος Σωτήρης Απαλοχέρης, ο οποίος τους θεραπεύει για να μπορούν να παίξουν τον ρόλο τους. Ο γιατρός, παρ’ όλο που μαλώνει τους λύκους γιατί δεν βάζουν μυαλό και επαναλαμβάνουν τα ίδια και τα ίδια, με αποτέλεσμα να τρέχουν στο ιατρείο του, ξέρει κατά βάθος ότι τα παιδιά θα απογοητεύονταν αν εξαφανίζονταν οι αγαπημένοι τους ήρωες.

Η ιδέα του να εκλείψουν οι παραμυθικοί λύκοι είναι αυτή που επιτρέπει στον αναγνώστη να κάνει ένα άλμα στην πραγματικότητα και να συνδέσει το παραμύθι με τους υπαρκτούς κινδύνους που απειλούν τον λύκο με εξαφάνιση. Στο πρόσωπο του γιατρού διαβάζουμε τις ανησυχίες και τις προσπάθειες των οικολόγων για την προστασία του λύκου. Αυτός υποθέτουμε ότι είναι ο λόγος για τον οποίο η έκδοση υποστηρίχθηκε από τον Αρκτούρο, εταιρεία για την προστασία και τη διαχείριση της άγριας ζωής και του φυσικού περιβάλλοντος, που συμπλήρωσε το βιβλίο με χρήσιμες πληροφορίες και στοιχεία γι’ αυτό το απειλούμενο είδος, τα οποία μετέγραψε με χιούμορ η συγγραφέας. Η εικονογράφηση της Δέσποινας Καραπάνου είναι το μεγάλο πλεονέκτημα που κάνει το συγκεκριμένο βιβλίο να ξεχωρίζει από τον σωρό. Η ζωγραφική της, εκφραστική στις λεπτομέρειες και λεπτεπίλεπτη, απέχει πολύ από τις απλουστευμένες αισθητικά εικόνες που συχνά κοσμούν τα βιβλία για τα μικρά παιδιά.

Παρουσίαση του βιβλίου της Μάιρας Παπαθανοσοπούλου «Έχω ράμματα για τη γούνα σου» στο βήμα.

Επόμενη σελίδα: »